Κυριακή, 6 Απριλίου 2008

Το ταξίδι τριών σταγόνων

12/1/2005
Μια φορά και έναν καιρό ήταν δύο μικρούλες σταγονίτσες. Τη μία τη λέγανε σταγόνα Νόνα και την άλλη τη λέγανε σταγονίτσα Νίτσα. Οι μικρούλες σταγόνες είχαν μια φίλη. Την φίλη τους τη λέγανε σταγονούλα Νούλα. Οι σταγόνες ζούσαν σε ένα ρυάκι. Κάποιοι άνθρωποι τις έκλεισαν σε ένα φράγμα. Και εκεί στο φράγμα έρχονταν όλο και πιο πολλές σταγόνες. Στο τέλος οι καημένες οι τρεις σταγονίτσες μας κατέληξαν να γίνουν μία λίμνη. Η λίμνη όλο και μεγάλωνε… και μεγάλωνε… και στο τέλος, οι σταγόνες είδαν κάτι βράχους. Κάποια στιγμή μία σταγόνα φωνάζει: «Βοήθεια! Βοήθεια!», οι άλλες σταγόνες αναρωτήθηκαν: «Τι έπαθε αυτή η σταγόνα και φωνάζει έτσι;». Η σταγόνα είχε δίκιο που φώναζε γιατί αυτοί οι βράχοι κατέληγαν σε έναν καταρράχτη. Ξαφνικά όλοι φώναξαν: «Αχ!». Ο καταρράχτης πλησίαζε. Όλοι προσπαθούσαν να γυρίσουν πίσω για να σωθούν. Σκέφτηκαν να κρατηθούν από τους βράχους. Μάταια, ο καταρράχτης τους πήρε. Λίγα δευτερόλεπτα μετά ακούστηκε ένα πολύ μεγάλο Τσαφφφ! Οι τρεις σταγόνες μας είχαν πέσει με δύναμη σε ένα ποτάμι. Όπως η λίμνη, έτσι και το ποτάμι προχωρούσε. Κάποια στιγμή τις σταγόνες τις πήρε ένας σωλήνας. Η αφηρημένες σταγονίτσες μας νόμιζαν ότι ήταν σε μια μεγάλη τσουλήθρα, όμως κι άλλη περιπέτεια τις περίμενε. Η τσουλήθρα τελείωσε και από ένα πράγμα σαν καταρράχτη έπεσαν! Ήταν η βρύση που κάποιος άνθρωπος την άνοιξε για να πλύνει τα χέρια του. Μετά πάλι από κάπου έπεφταν. Και κατέληξαν σε έναν υπόνομο που εκεί είχε ότι θες: κουτιά κόκα κόλα, μπύρες, χαρτάκια και γενικά σκουπίδια! Όπως η λίμνη και το ποτάμι προχωρούσε με τα σκουπίδια του κάπου αλλού. Τελικά οι τρεις σταγονίτσες μας κατέληξαν στη θάλασσα. Και εκεί στη θάλασσα γνώρισαν και άλλες σταγόνες-φίλους. Οι σταγόνες μας περνούσαν πολύ ωραία στη θάλασσα, γιατί έκαναν συνέχεια πάρτι. Όμως πάλι άλλη περιπέτεια τις περίμενε. Μια φάλαινα ήπιε τις σταγόνες μας μαζί με το πλαγκτόν. Ευτυχώς, η τύχη χαμογέλασε στις τρεις σταγονίτσες μας. Η φάλαινα δεν τις κατάπιε, αλλά τις πέταξε έξω. Οι σταγόνες αναρωτήθηκαν: «Γιατί η φάλαινα μπορεί και αναπνέει τόση ώρα κάτω από το νερό;». Η φάλαινα είχε μια τρύπα στο κεφάλι της κι από εκεί έβγαζε σιντριβάνι το νερό που κατάπινε. Η τρεις σταγόνες το αποφάσισαν. Στη θάλασσα θα μείνουν, γιατί εκεί περνούσαν καλύτερα από παντού. Έτσι βρήκαν μία πολυκατοικία στη θάλασσα και τη νοίκιασαν. Η πολυκατοικία εκείνη είχε ό, τι θες. Γήπεδα τένις, ποδοσφαίρου και μπάσκετ. Είχε μια μεγάλη πισίνα. Περνούσαν πολύ καλά εκεί. Και έτσι οι σταγονίτσες βρήκαν την ξεκούρασή τους μετά από πολλά πολλά ταξίδια. Και έζησαν καλά οι τρεις σταγονίτσες μας και εμείς καλύτερα.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Αυτά τα έγραψα όταν ήμουν Δευτέρα δημοτικού, 8 χρονών.

ΠΗΡΑ ΑΡΙΣΤΑ

Πέμπτη, 3 Απριλίου 2008

Το κάτι, όλα και το μηδέν

Είμαστε πια μόνο μαθητές, όχι παιδιά.
Με μεγάλες βαριές τσάντες αλλά και με πιο μεγάλα όνειρα.

Δασκάλα εσύ, μέγιστη. Αλάνθαστο σχολείο!
Του στιγμιαίου σχολικού έτους.
Μικρά ταπεινά αισθήματα, μου άγγιξαν τα αυτιά και την μύτη
και πάτησα στο πληκτρολόγιο ανακατεμένες σκέψεις.

Εκφράζομαι, ένας τρόπος, για να ζω όλο και πιο όμορφα.

Και μαθαίνουμε τέλος, γνώριμοι στην φωτεινότερη πλευρά της αυλής του σχολειού μας,
εκεί που έχει μείνει λίγο χώμα δίπλα στην άσφαλτο που στρώσανε παντού
και φυτρώνουν αγριολούλουδα, πως η φύση είναι όμορφη όταν την σέβεσαι.

Σαν τον δάσκαλο που του αρκεί το διάλειμμα για να ξαναγίνει αθώος.

Αυτό το πονηρό βλέμμα του, θα ήταν για εντελώς ιδιωτική χρήση,
αλλά το είδα και τυλίγομαι στην πανοπλία μου.

Σαν την μάθηση που είναι ένας άλλος τρόπος να ζει κανείς.

Μην λυπάστε τους δάσκαλους που τρελαίνουν εκατό χιλιάδες μαθητές.
Για έναν συμβιβασμένο υποκριτή κόσμο…

Πρέπει εγώ από το μηδέν να φτιάξω, ένα κάτι, για το τώρα.
Από μικρός έμαθα να διαβάζω. Διάβασα το πρώτο μου κάτι.
Από τότε ξέρω πως δε θα τα μάθω, δυστυχώς, ποτέ όλα.

Αλλά ότι θα μαθαίνω κάτι κάθε μέρα!