Τρίτη, 12 Αυγούστου 2014

Louis Tikas

Ο Τίκας ήταν συνειδητός ριζοσπάστης. Οι εργάτες του Κολοράντο βρίσκονταν στο έλεος των εταιριών και των αφεντικών. Την εποχή που ο Λούης Τίκας έφτασε στο Ντένβερ, το μεγάλο αφεντικό ήταν ο Λεωνίδας Σκλήρης, από τη Σπάρτη, ένα είδος εργατοπατέρα που έλεγχε τους Έλληνες εργάτες όχι μόνο στο Κολοράντο αλλά στη Γιούτα και τη Νεβάντα. Τους έβρισκε δουλειά στα ορυχεία με συνθήκες μεσαιωνικές και αμοιβές χειρότερες από των άλλων εθνοτήτων. 

Οι «Έλληνες του Σκλήρη» εργάζονταν για $1,75 την ημέρα ενώ οι Γερμανοί και οι Ουαλοί έπαιρναν $2,50. Η κατάσταση στα ορυχεία ήταν όντως μεσαιωνική. Από το 1910 ως το 1913, 618 ανθρακωρύχοι είχαν χάσει τη ζωή τους σε εργατικά ατυχήματα. Τα ημερομίσθια ήταν τόσο χαμηλά ώστε πολλές οικογένειες ικανοποιούνταν με τις «αποζημιώσεις θανάτου» που έφταναν τα εφτακόσια δολάρια (χώρια το φέρετρο των είκοσι δολαρίων). Ανάμεσά τους δούλευαν 350 περίπου Έλληνες. Η δουλειά τους ήταν πολύ σκληρή, με αποτέλεσμα σε δυο χρόνια να υπάρχουν 13 θάνατοι Ελλήνων και πολλοί τραυματισμοί.

Επίσης, ήταν κακοπληρωμένη και γινόταν μεγάλη εκμετάλλευση από τις εταιρίες σε βάρος των εργατών. Σπίτια και καταστήματα ανήκαν στην εταιρία των ορυχείων, η οποία κοστολογούσε τη χρήση και τα ψώνια 25 % ακριβότερα από την ελεύθερη αγορά. Επιλογή άλλη δεν υπήρχε, αφού οι εργάτες ήταν υποχρεωμένοι να κατοικούν και να ψωνίζουν από την εταιρία, η οποία τους πλήρωνε σε κουπόνια ανταλλάξιμα μόνο στα ταμεία των δικών της καταστημάτων. Το 1912,  ο Λούης Τίκας εγκατέλειψε το καφενείο. Το Νοέμβριο του 1912 βρισκόταν στα ορυχεία του Φρέντερικ στο Κολοράντο, που ήταν σκλαβοπάζαρα. Στις 19 Νοεμβρίου ήταν επικεφαλής των 63 Ελλήνων που κατέβηκαν σε απεργία. Τότε αναδείχτηκε η ηγετική κορφή του συνδικαλιστή Τίκα, με αποτέλεσμα να κερδίσει την εμπιστοσύνη των συμπατριωτών του, που αναζητούσαν τρόπους να απαλλαγούν από εργατοπατέρες τύπου «Σκλήρη». Στη διάρκεια αυτής της απεργίας συνέβησαν πολλά: όργιο εγκάθετων, προβοκάτσιες (μπήκε φωτιά στο κτίριο δίπλα στο πηγάδι του ορυχείου), συλλήψεις και φυλακίσεις. Ο Λούης Τίκας δεν ανεχόταν την εκμετάλλευση και την αδικία. Ήρθε σε επαφή με την «Ένωση Ανθρακωρύχων Αμερικής» (United Mine Workers of America), άρχισε να περιοδεύει στις ανθρακοφόρες περιοχές του Ντένβερ και του Πουέμπλο και να συγκεντρώνει στατιστικά στοιχεία για ατυχήματα και τραυματισμούς την περίοδο 1912-13. Επίσης, για την πολιτική των εταιριών και τη συμπεριφορά των υπευθύνων. Ενημερώνει πως αν οι συνθήκες δεν αλλάξουν θα ξεκινήσει «βιομηχανικός πόλεμος», όπως τον ονομάζει.
Ο Τίκας σύντομα αποκτά την εμπιστοσύνη των εργαζομένων και εξελίσσεται σε ηγετική μορφή. Ο "Λούης ο Έλληνας" (Louis the Greek) ή ο "Λίο ο Κρητικός" (Leo the Cretan), όπως τον αποκαλούσαν έγινε θρύλος. Όμως, οι εταιρίες που ανήκαν κυρίως στον Τζον Ροκφέλερ δεν υποχωρούν. Τουναντίον καιροφυλακτούν να τον πλήξουν.

Η αιματηρή απεργία του Λάντλοου

Τελικά στις 23 Σεπτεμβρίου 1913 ξεκινά η μεγάλη απεργία στην πόλη Λάντλοου (Laddlow ή Ludlow), όπου υπήρχαν 13000 ανθρακωρύχοι. Τα κυριότερα αιτήματα των απεργών του Λάντλοου ήταν τα παρακάτω:
  • Να ψωνίζουν από όποιο κατάστημα προτιμούσαν οι ίδιοι.
  • Να πηγαίνουν σε όποιον γιατρό επιθυμούσαν και όχι στους γιατρούς της εταιρίας.
  • Να αναγνωριστεί το συνδικάτο τους.
  • Να καθιερωθεί η οκτάωρη εργασία.
  • Να εφαρμοστούν αυστηρά οι νόμοι της Πολιτείας του Κολοράντο όσον αφορά την ασφάλεια των ορυχείων, να καταργηθεί το script, όπως και το σύστημα φρουρών της εταιρείας που έκανε τους εργατικούς καταυλισμούς να μη διαφέρουν από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης.
Επικεφαλής της απεργίας ήταν ο Τζον Λόζον και ο Λούης Τίκας, που είχε μια ομάδα στήριξης από Κρητικούς, μερικοί από τους οποίους είχαν πάρει μέρος στις απεργίες του Μπίνγκαμ στη Γιούτα.
Στις αρχές της απεργίας, η εταιρεία για να την καταπνίξει προέβη σε έξωση των απεργών από τα οικήματα στα οποία τους στέγαζε και προσέλαβε απεργοσπάστες. Οι απεργοί δεν πτοήθηκαν. Έστησαν σκηνές στην περιοχή σε στρατηγικό σημείο, ώστε να εμποδίζουν τους απεργοσπάστες να μπουν στα ορυχεία. Τον Οκτώβριο, ο καταυλισμός των απεργών λειτουργούσε σαν πόλη: πεντακόσιοι άνδρες, τριακόσιες πενήντα γυναίκες, τετρακόσια πενήντα παιδιά, ελληνικός φούρνος, ελληνικό καφενείο.
Η εταιρεία ζήτησε την παρέμβαση της εθνοφρουράς και ο κυβερνήτης του Κολοράντο συμφώνησε. Οι συγκρούσεις ήταν βιαιότατες. Τότε η οικογένεια Ροκφέλερ υπέβαλε το αίτημα να ντυθούν με στολές της εθνοφρουράς δικά της, έμπιστα πρόσωπα, αποφασισμένα αν χρειαστεί να ρίξουν στο ψαχνό. Ο κυβερνήτης το αποδέχθηκε και αυτό. Αλλά οι απεργοί δεν υποχώρησαν - ακόμη και όταν οι Ροκφέλερ έστειλαν ένα θωρακισμένο αυτοκίνητο το οποίο έφερε πολυβόλο και οι εθνοφρουροί το αποκαλούσαν Death Special.
Ήταν φανερό ότι στις 20 Απριλίου 1914 η εθνοφρουρά θα εισέβαλε και θα εκκένωνε τον καταυλισμό των απεργών. Ήταν Δευτέρα του Πάσχα και οι περισσότεροι κοιμούνταν αφού την προηγούμενη γιόρταζαν το ελληνικό Πάσχα. Οι πιστολάδες της εταιρίας απαίτησαν από τον Λούη Τίκα να τους παραδώσει δύο Ιταλούς συνδικαλιστές. Ο Τίκας ζήτησε ένταλμα σύλληψης αλλά τέτοιο πράγμα δεν υπήρχε και ο Τίκας αρνήθηκε οποιαδήποτε διαπραγμάτευση.
Λίγο αργότερα έπεσε η πρώτη βολή: μερικοί από τους απεργούς ήταν οπλισμένοι. Το Κολοράντο αποτελούσε μέρος της Άγριας Δύσης. Ακολούθησε μάχη χαρακωμάτων ενώ οι γυναίκες και τα παιδιά έτρεξαν να σωθούν στους γύρω λόφους. Σύμφωνα με την μαρτυρία της Μαίρη Χάρρις, γνωστής και ως Mother Jones, πάνω από σαράντα άτομα σκοτώθηκαν από σφαίρες και από ασφυξία, ενώ ένα αγοράκι δέχτηκε μια σφαίρα στο κεφάλι καθώς προσπαθούσε να σώσει το γατάκι του. Σύμφωνα με την Mother Jones οι πιστολάδες είχαν καταναλώσει πολύ ουίσκι από το κοντινό σαλούν και βρίσκονταν σε έξαλλη κατάσταση. Τα επεισόδιο, που αποτελεί μαύρη σελίδα στην ιστορία των ΗΠΑ, ονομάστηκε «σφαγή του Λάντλοου».

Ο θάνατος του Τίκα

Ο Τίκας με απαράμιλλο θάρρος, ζήτησε να δει τον επικεφαλής της εθνοφρουράς, λοχαγό Καρλ Λίντερφελντ (Karl Linderfeld) κρατώντας λευκή σημαία. Οι δυο τους συναντήθηκαν στο λόφο και μίλησαν για λίγο. Έπειτα οι αυτόπτες μάρτυρες είπαν ότι ο αξιωματούχος χτύπησε με πρωτοφανή αγριότητα τον Τίκα στο κεφάλι με την καραμπίνα του. Η καραμπίνα έσπασε στα δύο όπως και το κρανίο του Τίκα. Οι εθνοφρουροί βάλθηκαν να πυροβολούν το άψυχο σώμα. Ευθύς αμέσως εισέβαλαν στον καταυλισμό, ρίχνοντας αδιακρίτως εναντίον οτιδήποτε κουνιόταν. Έδιωξαν τους απεργούς, σκότωσαν 18 άτομα, 10 εκ των οποίων ήταν παιδιά από τριών μηνών ως 11 ετών, και έκαψαν τις σκηνές τους. Όταν οι απεργοί ξαναμπήκαν μερικές ημέρες αργότερα στον καταυλισμό βρήκαν το πτώμα του Τίκα. Η κηδεία του έγινε στις 27 Απριλίου και τη νεκρώσιμη πομπή ακολούθησαν χιλιάδες εργάτες.

Τα στοιχεία του Λούη Τίκα απ' τη Βικιπαίδεια.

Ο Woody Guthrie ήταν Αμερικάνος κομμουνιστής συνθέτης εκατοντάδων φολκ τραγουδιών, δημοφιλής σ' όλο τον κόσμο, ο στίχος του ταξικός αντιφασιστικός, θεωρείται μέντορας του Bob Dylan και του Ramblin' Jack Elliott. Έγραψε το παρακάτω τραγούδι αφιερωμένο στη σφαγή του Ludlow.
Στην κιθάρα του πάντα είχε ένα ταμπελάκι που έγραφε «THIS MACHINE KILLS FASCISTS» που σημαίνει «ΑΥΤΗ Η ΜΗΧΑΝΗ ΣΚΟΤΩΝΕΙ ΦΑΣΙΣΤΕΣ».


Η Σφαγή του Λάντλοου
Είχε έρθει η άνοιξη όταν είχαμε απεργία
Μας έδιωξαν εμάς τους ανθρακωρύχους έξω απ' τις πόρτες
των σπιτιών που ανήκαν στην Εταιρεία
και μετακομίσαμε σε σκηνές στο παλιό Λάντλοου.

Ανησυχούσα πολύ για τα παιδιά μου
στρατιώτες φύλαγαν τη γέφυρα της σιδηρογραμμής
Κάθε τόσο ακουγόταν μια σφαίρα
να σηκώνει το τσιμέντο κάτω απ' τα πόδια μου

Φοβόμασταν τόσο που θα σκοτώνατε τα παιδιά μας
σκάψαμε μια σπηλιά δυο μέτρα βαθιά
Κουβαλήσαμε τα παιδιά και τις εγκύους
κάτω μέσα στη σπηλιά να κοιμηθούν.

Εκείνη τη νύχτα οι στρατιώτες σας περίμεναν
μέχρι να κοιμηθούμε όλοι εμείς οι ανθρακωρύχοι
Μπήκατε δόλια μέσα στη μικρή πόλη μας
και βρέξατε τις σκηνές μας με την κηροζίνη σας.

Ανάψατε ένα σπίρτο και η φωτιά άναψε
Τραβήξατε τις σκανδάλες από τα πολυβόλα σας
Έτρεξα να σώσω τα παιδιά αλλά η ομοβροντία με σταμάτησε
Δεκατρία παιδιά σκοτώθηκαν από τα όπλα σας

Κουβάλησα την κουβέρτα μου σε μια γωνιά του συρματοπλέγματος
Κοιτούσα τη φωτιά μέχρι που έσβησε
Βοήθησα μερικούς να σύρουν τα υπάρχοντα τους
Την ώρα που οι σφαίρες σας μας σκότωσαν όλους.

Δε θα ξεχάσω την έκφραση των προσώπων
των ανδρών και των γυναικών εκείνη την άθλια μέρα
Όταν σταθήκαμε όρθιοι τιμώντας τις κηδείες τους
Και αφήσαμε τα πτώματα των νεκρών

Είπαμε στον Κυβερνήτη του Κολοράντο να καλέσει τον Πρόεδρο
Για να του πει να αποσύρει την Εθνική Φρουρά
Αλλά η Εθνική Φρουρά ανήκε στον Κυβερνήτη
Οπότε δεν προσπάθησε και τόσο σκληρά

Οι γυναίκες μας απ' το Τρινιντάντ κουβάλησαν μερικές πατάτες
Πάνω στο Walsenburg σε ένα μικρό καρότσι
Πούλησαν τις πατάτες και μας φέραν όπλα
Και βάλανε όπλα σε κάθε χέρι

Οι κυβερνητικοί στρατιώτες πήδηξαν το συρματόπλεγμα
Δεν ήξεραν ότι είχαμε αυτά τα όπλα
Και οι απεργοί ανθρακωρύχοι θέρισαν τους στρατιώτες
Θα 'πρεπε να δεις αυτά τα καημένα παιδιά να τρέχουν

Πήραμε τσιμέντο και χτίσαμε τη σπηλιά
Εκεί μέσα που σκοτώσατε τα δεκατρία παιδιά
Είπα: «Ζήτω η Ένωση Ανθρακωρύχων!»
Μετά έσκυψα το κεφάλι μου και έκλαψα.

The Ludlow Massacre
It was early springtime when the strike was on,
They drove us miners out of doors,
Out from the houses that the Company owned,
We moved into tents up at old Ludlow.

I was worried bad about my children,
Soldiers guarding the railroad bridge,
Every once in a while a bullet would fly,
Kick up gravel under my feet.

We were so afraid you would kill our children,
We dug us a cave that was seven foot deep,
Carried our young ones and pregnant women
Down inside the cave to sleep.

That very night your soldiers waited,
Until all us miners were asleep,
You snuck around our little tent town,
Soaked our tents with your kerosene.

You struck a match and in the blaze that started,
You pulled the triggers of your gatling guns,
I made a run for the children but the fire wall stopped me.
Thirteen children died from your guns.

I carried my blanket to a wire fence corner,
Watched the fire till the blaze died down,
I helped some people drag their belongings,
While your bullets killed us all around.

I never will forget the look on the faces
Of the men and women that awful day,
When we stood around to preach their funerals,
And lay the corpses of the dead away.

We told the Colorado Governor to call the President,
Tell him to call off his National Guard,
But the National Guard belonged to the Governor,
So he didn't try so very hard.

Our women from Trinidad they hauled some potatoes,
Up to Walsenburg in a little cart,
They sold their potatoes and brought some guns back,
And they put a gun in every hand.

The state soldiers jumped us in a wire fence corners,
They did not know we had these guns,
And the Red-neck Miners mowed down these troopers,
You should have seen those poor boys run.

We took some cement and walled that cave up,
Where you killed these thirteen children inside,
I said, "God bless the Mine Workers' Union,"
And then I hung my head and cried.

Υπάρχει επίσης ένα τραγούδι από τα πολλά που γράφτηκαν για τον ήρωα της εργατικής τάξης Λούη Τίκα,



Louis Tikas

Guns and lives were cheap in Colorado,
And coal was king in nineteen hundred ten,
And, in the deepest coal mine’s darkest shadow,
There was no justice for the working men.

Τα όπλα και οι ζωές ήταν φτηνά στο Κολοράντο,
Και ο άνθρακας ήταν ο βασιλιάς το 1910,
Και, στην πιο σκοτεινή σκιά του βαθύτερου ανθρακωρυχείου,
Δεν υπήρχε δικαιοσύνη για τους εργάτες.

Every day brought cave-ins and explosions,
Because the safety laws were not applied,
For profit mattered more than the lives of all the poor,
And every day another miner died.

Κάθε μέρα έφερνε εκρήξεις και καταρρεύσεις στοών,
Επειδή οι κανόνες ασφάλειας δεν εφαρμόζονταν,
Το κέρδος σήμαινε περισσότερο από τις ζωές των φτωχών,
Και κάθε μέρα πέθαινε άλλος ένας ανθρακωρύχος.

Bridge 1
And the coal was black, and the blood was red,
And miners that dared organize always wound up dead,
And in those days of anger, a man of peace arose,
And words were the weapons that Louis Tikas chose.

Και ο άνθρακας ήταν μαύρος, και το αίμα ήταν κόκκινο,
Και οι ανθρακωρύχοι που τολμούσαν να οργανωθούν δολοφονούνταν
Και αυτές τις μέρες της οργής, ένας άνθρωπος ειρηνικός σηκώθηκε
Και οι λέξεις ήταν τα όπλα που διάλεξε ο Λούης Τίκας.

In Walsenburg, in Ludlow, and in Sopris,
And thirty other towns they joined the cause,
Louis brought them hope when all was hopeless,
And he said the owner must obey the laws.

The miners went on strike in 1913,
And shootings left both guards and workers dead,
Louis’ voice was heard, he told both sides these words,
“Lay down the guns and talk instead.”

Bridge 2:
And the snow was white, and the blood was red,
That the miners and their wives and their little children bled,
And the owner took their homes, so they lived in tents in rows,
And words were the weapons that Louis Tikas chose.

The winter passed and still the mines were striking,
And the shooting and the killing had not ceased,
Louis couldn’t keep them all from fighting,
So the National Guard was called to keep the peace.

The National Guard arrived with their machine guns,
And they cracked a rifle over Louis’ head,
And they shot him till he died, but they still weren’t satisfied,
Till they filled his lifeless body up with lead.

And the sky was blue, and the blood was red,
And the National Guard left Louis and two dozen others dead,
Now he’s on a hillside where the Purgatory flows,
And words were the weapons that Louis Tikas chose.

Mourn with me, my sisters and my brothers,
For a leader lying silent in the grave,
A man who lived his whole life saving others,
And, in the end, his life is what he gave.
Louis lived his whole life saving others,
And, in the end, his life is what he gave.

Η υπόλοιπη μετάφραση αύριο, λόγω θερινής ραστώνης.

Δεν υπάρχουν σχόλια: