Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2008

Για το παιχνίδι του κ. Κηπουρού


Με τα παιδία δεν παίζει.
Το παιχνίδι, λέω, παίζεται ως εξής:
Βρίσκεις, ένα φιλόσοφο, τον Γατούλη, ένα μέντιουμ, την Πυθία, ένα παιδί, μια παλιά αγάπη την Ελλάδα και ένα καθρέφτη την ΤV και τους κάνεις μια ερώτηση. Μετά το κάνεις πάσα στον κο Κη(πουρό), (σόρυ πλάκα κάνω παίζουμε είπαμε) και το κάνει ότι θέλει το σπέρνει στο κήπο του μπας και φυτρώσει.
Δεν ξέρω καλά- καλά πως παίζεται το παιχνίδι κε Κηπουρέ αλλά επειδή μ' αρέσει το παιχνίδι, θα κάνω παιχνίδι. Αν παραβιάσω τους κανόνες να με διορθώσετε.
Ο φιλόσοφος λοιπόν είναι κος Γατουλής που είναι και δεινός μπλοκαριστής "συνάδελφος", συνάντησε το μέντιουμ Πυθία και τη ρώτησε:
«Θα έχουν μέλλον τα παιδιά;»
Αυτή του είπε στα γρήγορα :
«Θα έχεις ένα ραντεβού με μια μεστή όμορφη γυναίκα αυτή θα σου πει τα σεκλέτια της, είναι μια κυρία που την αγαπάς πολύ, όλοι την αγαπάμε, θα τη ρωτήσεις για το μέλλον των παιδιών της, αυτή θα σου πει την αλήθεια και συ μετά θα πρέπει να πας στον καθρέφτη να του τα πεις».
Πράγματι την άλλη μέρα είχε το ραντεβού με μια κυρία.
«Συγγνώμη κυρία μου, πoια είστε;»
«Δεν είσαι εσύ η πατρίδα μου μιαου νιαου νιαου;»
«Δεν θα 'σαι καλά μου φαίνεται, τι είναι αυτά που λες;»
«ΝΔαου Μα…»
«Άκουσε λοιπόν φιλόσοφε την ιστορία μου και πράξε αναλόγως.»
«Ακούω» της είπε.
«Βιώνω τη δημοκρατία σας. Τη φρίκη, ν' ακούω το ίδιο, χιλιοειπωμένο λόγο στην εκκλησία για τις 28, τις παρελάσεις και τους επισήμους. Τα άρθρα των σοφών στις πρωινές εφημερίδες. Να διαβάζω τα ποιηματάκια για τα παιδάκια των επίδοξων ποιητριών στα μπλογκς. Να ανέχομαι τους πρώην αξιωματικούς της χούντας στα παράθυρα της TV. Τους ίδιους και τους ίδιους πολιτικούς - πολιτιστικούς να κάνουν δηλώσεις. Να λένε για τους άλλους που φταίνε.
Είναι αυτά τα εκατομμύρια μικρά νοήματα, που μπαίνουν στο μυαλό μου, και το γεμίζουν υπνωτίζοντας τη σκέψη μου.
Αυτά μου έκαναν να αποδράσω στην Αθήνα - Θεσσαλονίκη, στα χωριά απένταρη, ξεβράκωτη, άνεργη, αλλά τουλάχιστον μέσα σ' έναν αξιοπρεπή πολιτισμό, να παίρνω τα βουνά και τα λαγκάδια και να βλέπω τα δέντρα τα χωράφια για να μην βλέπω, τα μούτρα και τα έργα σας.
Ήταν αυτό, η Θεσσαλονίκη ή η Αθήνα τα χωριά, που με οδήγησαν στους ατελείωτους πολιτικούς λόγους, τους επαναστατικούς, τα επαναστατικά τραγούδια, τα έντεχνα και τα ρεμπέτικα. Τα ακούω πού και πού και γλυκοπικρίζει το στόμα μου…
Αμηχανία για την νέα τάξη πραγμάτων, συμβιβασμός, ρουτίνα και επιβίωση ενός άρρωστου καπιταλισμού, που κατρακυλάει, κατρακυλάει μαζί με τα χρηματιστήρια και τις τράπεζες χωρίς ελπίδα για την άνοιξη, χωρίς όραμα για τα παιδιά μου.
Μαζί φυσικά ήρθε κι ο πολιτισμός, οι «προοδευτικοί» καλλιτέχνες, οι συζητήσεις, οι καταλήψεις στα σχολεία, οι επιδοτήσεις-αποζημιώσεις, η ΕΕ, το ντόπινγκ, η γιουροβίζιον, ανακύκλωση σε μιαν αδιέξοδη χαζομάρα. Τί να πεις; Ουδέν κακόν αμιγές χαζού...
Ζούσα στο σοσιαλισμό και την δόξα της κακογουστιάς και της Ροζ Βίλας. Από τη "Λάμψη" ίσαμε τη "Λάση" και την Χουακίνα, κι από την "Τατιάνα" ίσαμε τις υπερπαραγωγές του «Μπιγκ μπράδερ», η κατάσταση δεν ήταν πλέον αποπνικτική, όλα ήταν εντάξει κι ο Πασχάλης έπαιζε την "Φραγκοσυριανή" για να χορέψει ζεμπέκικο ο μόλις αποφυλακισθείς από το άγιο όρος πολιτικός κρατούμενος σύντροφος Θοδωρής.
Η κακογουστιά της Νουνού, ήταν ξεκαρδιστική έβαψε τα κόκκινα γαρίφαλα μπλε. Κι όταν πήρε ψήφο εμπιστοσύνης, άρχισε να μας ψήνει με το δαυλό. Το ΜΑΣΟΚ έβαψε τον ήλιο πράσινο και μετά τον έβαλε σε πλαστική σημαία. Αυτοί που έμειναν αδιόριστοι ξαναγύρισαν στην Νουνού και έτσι αποκαταστάθηκε η ισορροπία.
Το Πολυτεχνείο ύστερα, το γιόρτασαν στα σχολεία οι χουντικοί και οι αριστεροί μαζί, σ' ένα τσίρκο, χαρά ζωής, συμμετοχή σε αθλοπαιδιές, «ποιότητα και πολιτισμός».
Κατάλαβα τότε, πως το πώς η υποκρισία και η κακογουστιά είναι χειρότερη από τους συνταγματάρχες, και μόνο με πολιτισμό και πλάκα μπορώ να τους πολεμήσω.»

Τότε ο φιλόσοφος πήγε στον καθρέφτη 42 ιντσών, μπήκε μέσα σε ένα παράθυρο που του είχαν έτοιμο και άρχισε να απαντά στις ερωτήσεις…
Η συνέχεια επί της οθόνης, επίπεδης πλέον.

Κυριακή, 26 Οκτωβρίου 2008

28 Οκτωβρίου 1940


Ρωμιοσύνη
Αυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό, αυτές οι πέτρες δε βολεύονται κάτου απ' τα ξένα βήματα, αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται παρά μόνο στον ήλιο, αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο. Eτούτο το τοπίο είναι σκληρό σαν τη σιωπή, σφίγγει στον κόρφο του τα πυρωμένα του λιθάρια, σφίγγει στο φως τις ορφανές ελιές του και τ' αμπέλια του, σφίγγει τα δόντια. Δεν υπάρχει νερό. Mονάχα φως. O δρόμος χάνεται στο φως κι ο ίσκιος της μάντρας είναι σίδερο. Mαρμάρωσαν τα δέντρα, τα ποτάμια κ' οι φωνές μες στον ασβέστη του ήλιου. H ρίζα σκοντάφτει στο μάρμαρο. Tα σκονισμένα σκοίνα. Tο μουλάρι κι ο βράχος. Λαχανιάζουν. Δεν υπάρχει νερό. Όλοι διψάνε. Xρόνια τώρα. Όλοι μασάνε μια μπουκιά ουρανό πάνου απ' την πίκρα τους. Tα μάτια τους είναι κόκκινα απ' την αγρύπνια, μια βαθειά χαρακιά σφηνωμένη ανάμεσα στα φρύδια τους σαν ένα κυπαρίσσι ανάμεσα σε δυο βουνά το λιόγερμα. Tο χέρι τους είναι κολλημένο στο ντουφέκι το ντουφέκι είναι συνέχεια του χεριού τους το χέρι τους είναι συνέχεια της ψυχής τους - έχουν στα χείλια τους απάνου το θυμό κ' έχουνε τον καημό βαθιά-βαθιά στα μάτια τους σαν ένα αστέρι σε μια γούβα αλάτι. Όταν σφίγγουν το χέρι, ο ήλιος είναι βέβαιος για τον κόσμο όταν χαμογελάνε, ένα μικρό χελιδόνι φεύγει μες απ' τ' άγρια γένια τους όταν κοιμούνται, δώδεκα άστρα πέφτουν απ' τις άδειες τσέπες τους όταν σκοτώνονται, η ζωή τραβάει την ανηφόρα με σημαίες και με ταμπούρλα. Τόσα χρόνια όλοι πεινάνε, όλοι διψάνε, όλοι σκοτώνονται πολιορκημένοι από στεριά και θάλασσα, έφαγε η κάψα τα χωράφια τους κ' η αρμύρα πότισε τα σπίτια τους ο αγέρας έριξε τις πόρτες τους και τις λίγες πασχαλιές της πλατείας από τις τρύπες του πανωφοριού τους μπαινοβγαίνει ο θάνατος η γλώσσα τους είναι στυφή σαν το κυπαρισσόμηλο πέθαναν τα σκυλιά τους τυλιγμένα στον ίσκιο τους η βροχή χτυπάει στα κόκκαλά τους. Πάνου στα καραούλια πετρωμένοι καπνίζουν τη σβουνιά και τη νύχτα βιγλίζοντας το μανιασμένο πέλαγο όπου βούλιαξε το σπασμένο κατάρτι του φεγγαριού. Tο ψωμί σώθηκε, τα βόλια σώθηκαν, γεμίζουν τώρα τα κανόνια τους μόνο με την καρδιά τους. Tόσα χρόνια πολιορκημένοι από στεριά και θάλασσα όλοι πεινάνε, όλοι σκοτώνονται και κανένας δεν πέθανε - πάνου στα καραούλια λάμπουνε τα μάτια τους, μια μεγάλη σημαία, μια μεγάλη φωτιά κατακόκκινη και κάθε αυγή χιλιάδες περιστέρια φεύγουν απ' τα χέρια τους για τις τέσσερις πόρτες του ορίζοντα.
II Κάθε που βραδιάζει με το θυμάρι τσουρουφλισμένο στον κόρφο της πέτρας είναι μια σταγόνα νερό που σκάβει από παλιά τη σιωπή ώς το μεδούλι είναι μια καμπάνα κρεμασμένη στο γερο-πλάτανο που φωνάζει τα χρόνια. Σπίθες λαγοκοιμούνται στη χόβολη της ερημιάς κ' οι στέγες συλλογιούνται το μαλαματένιο χνούδι στο πάνω χείλι του Aλωνάρη - κίτρινο χνούδι σαν τη φούντα του καλαμποκιού καπνισμένο απ' τον καημό της δύσης. H Παναγία πλαγιάζει στις μυρτιές με τη φαρδιά της φούστα λεκιασμένη απ' τα σταφύλια. Στο δρόμο κλαίει ένα παιδί και του αποκρίνεται απ' τον κάμπο η προβατίνα πούχει χάσει τα παιδιά της. Ίσκιος στη βρύση. Παγωμένο το βαρέλι. H κόρη του πεταλωτή με μουσκεμένα πόδια. Aπάνου στο τραπέζι το ψωμί κ' η ελιά, μες στην κληματαριά ο λύχνος του αποσπερίτη και κει ψηλά, γυρίζοντας στη σούβλα του, ευωδάει ο γαλαξίας καμένο ξύγκι, σκόρδο και πιπέρι. A, τι μπρισίμι αστέρι ακόμα θα χρειαστεί για να κεντήσουν οι πευκοβελόνες στην καψαλισμένη μάντρα του καλοκαιριού "κι αυτό θα περάσει" πόσο θα στίψει ακόμα η μάνα την καρδιά της πάνου απ' τα εφτά σφαγμένα παλληκάρια της ώσπου να βρει το φως το δρόμο του στην ανηφόρα της ψυχής της. Τούτο το κόκκαλο που βγαίνει από τη γης μετράει οργιά-οργιά τη γης και τις κόρδες του λαγούτου και το λαγούτο αποσπερίς με το βιολί ώς το χάραμα καημό-καημό το λεν στα δυοσμαρίνια και στους πεύκους και ντιντινίζουν στα καράβια τα σκοινιά σαν κόρδες κι ο ναύτης πίνει πικροθάλασσα στην κούπα του Oδυσσέα. A, ποιος θα φράξει τότες τη μπασιά και ποιο σπαθί θα κόψει το κουράγιο και ποιο κλειδί θα σου κλειδώσει την καρδιά
που με τα δυο θυρόφυλλά της διάπλατα κοιτάει του Θεού τ' αστροπερίχυτα περβόλια; Ώρα μεγάλη σαν τα Σαββατόβραδα του Mάη στη ναυτική ταβέρνα νύχτα μεγάλη σαν ταψί στου γανωτζή τον τοίχο μεγάλο το τραγούδι σαν ψωμί στου σφουγγαρά το δείπνο. Και νά που ροβολάει τα τρόχαλα το κρητικό φεγγάρι γκαπ, γκαπ, με είκοσι αράδες προκαδούρα στα στιβάλια του, και νάτοι αυτοί που ανεβοκατεβαίνουνε τη σκάλα του Aναπλιού γεμίζοντας την πίπα τους χοντροκομμένα φύλλα από σκοτάδι, με το μουστάκι τους θυμάρι ρουμελιώτικο πασπαλισμένο αστέρι και με το δόντι τους πευκόρριζα στου Αιγαίου το βράχο και το αλάτι. Μπήκαν στα σίδερα και στη φωτιά, κουβέντιασαν με τα λιθάρια, κεράσανε ρακί το θάνατο στο καύκαλο του παππουλή τους, στ' Aλώνια τα ίδια αντάμωσαν το Διγενή και στρώθηκαν στο δείπνο κόβοντας τον καημό στα δυο έτσι που κόβανε στο γόνατο το κριθαρένιο τους καρβέλι. Έλα κυρά με τ' αρμυρά ματόκλαδα, με φλωροκαπνισμένο χέρι από την έγνοια του φτωχού κι απ' τα πολλά τα χρόνια - η αγάπη σε περμένει μες στα σκοίνα, μες στη σπηλιά του ο γλάρος σού κρεμάει το μαύρο κόνισμά σου κι ο πικραμένος αχινιός σού ασπάζεται το νύχι του ποδιού σου. Μέσα στη μαύρη ρώγα του αμπελιού κοχλάζει ο μούστος κατα- κόκκινος, κοχλάζει το ροδάμι στον καμένο πρίνο, στο χώμα η ρίζα του νεκρού ζητάει νερό για να τινάξει ελάτι κ' η μάνα κάτου απ' τη ρυτίδα της κρατάει γερά μαχαίρι. Έλα κυρά που τα χρυσά κλωσάς αυγά του κεραυνού - πότε μια μέρα θαλασσιά θα βγάλεις το τσεμπέρι και θα πάρεις πάλι τ' άρματα να σε χτυπήσει κατακούτελα μαγιάτικο χαλάζι να σπάσει ρόιδι ο ήλιος στην αλατζαδένια σου ποδιά να τον μοιράσεις μόνη σου σπυρί-σπυρί στα δώδεκα ορφανά σου, να λάμψει ολόγυρα ο γιαλός ως λάμπει η κόψη του σπαθιού και τ' Aπριλιού το χιόνι και νάβγει στα χαλίκια ο κάβουρας για να λιαστεί
και να σταυρώσει τις δαγκάνες του...

Τετάρτη, 22 Οκτωβρίου 2008

Σκηνές από τον παλιό καλό Κολινδρό (δεύτερο μέρος)


Το χωριό μου είναι ο Κολινδρός Πιερίας.
Είναι μια παλιά κωμόπολη στα βόρεια του νομού Πιερίας, βλέπει τον Αλιάκμονα που εκβάλλει στο Θερμαϊκό αφήνοντας πίσω του τα Πιέρια όρη.
Είναι αντιπροσωπευτικό δείγμα της κατάντιας της ελληνικής επαρχίας. Ένα γυμνάσιο-λύκειο, δυο δημοτικά και κάτι σύλλογοι που λέει κι ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου.
Η δημόσια διοίκηση το αδίκησε, όπως έχει αδικήσει και όλη την ελληνική επαρχία, ωστόσο, η φύση το προίκισε με ομορφιές. Οι κάτοικοι του είναι ντόπιοι, είναι άνθρωποι φιλήσυχοι και εργατικοί. Τα σπίτια του είναι διώροφα, τα σοκάκια του είναι στενά, σε ελάχιστα όμως σημεία και με ευθύνη των υπευθύνων έχουν μείνει λιγοστά δείγματα της ιστορίας του, αυτά είναι κυρίως βυζαντινές εκκλησίες, κάποια παλιά σπίτια και καλντερίμια σε ελάχιστες αυλές. Στο χωριό αυτό γεννήθηκα και μεγάλωσα, όνειρό μου όμως είναι ένα άλλο χωριό, ένα χωριό που θα σέβεται την παράδοση, που θα προάγει τον πολιτισμό και τα γράμματα και θα φροντίζει τα παιδιά του...

Τρίτη, 21 Οκτωβρίου 2008

Σκηνές από τον παλιό καλό Κολινδρό (πρώτο μέρος)

Το χωριό μου είναι ο Κολινδρός Πιερίας. 

Είναι μια παλιά κωμόπολη στα βόρεια του νομού Πιερίας, βλέπει τον Αλιάκμονα που εκβάλλει στο Θερμαϊκό αφήνοντας πίσω του τα Πιέρια όρη. 

Είναι αντιπροσωπευτικό δείγμα της κατάντιας της ελληνικής επαρχίας. Ένα γυμνάσιο-λύκειο, δυο δημοτικά και κάτι σύλλογοι που λέει κι ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου. 

Η δημόσια διοίκηση το αδίκησε, όπως έχει αδικήσει και όλη την ελληνική επαρχία, ωστόσο, η φύση το προίκισε με ομορφιές. Οι κάτοικοι του είναι ντόπιοι, είναι άνθρωποι φιλήσυχοι και εργατικοί. Τα σπίτια του είναι διώροφα, τα σοκάκια του είναι στενά, σε ελάχιστα όμως σημεία και με ευθύνη των υπευθύνων έχουν μείνει λιγοστά δείγματα της ιστορίας του, αυτά είναι κυρίως βυζαντινές εκκλησίες, κάποια παλιά σπίτια και καλντερίμια σε ελάχιστες αυλές. 

Στο χωριό αυτό γεννήθηκα και μεγάλωσα, όνειρό μου όμως είναι ένα άλλο χωριό, ένα χωριό που θα σέβεται την παράδοση, που θα προάγει τον πολιτισμό και τα γράμματα και θα φροντίζει τα παιδιά του.
.

















Εκδρομή.






Ο μπαμπάς μου, το περασμένο σαββατοκύριακο μας έκανε μία έκπληξη! Είχε ετοιμάσει τα εισιτήρια για μία εκδρομή στην Ιταλία.

Μετά από ένα κουραστικό δρόμο από Κολινδρό προς Ηγουμενίτσα, φτάσαμε στο λιμάνι στις 10 και μισή το βράδυ. Από εκεί μπήκαμε σε ένα μεγάλο κρουαζιερόπλοιο προς Ανκόνα. Η διαδρομή Ηγουμενίτσα - Ανκόνα είναι 15 ώρες και έτσι θα είχα πολύ χρόνο το πρωί να εξερευνήσω το πλοίο. Το πρωί, εγώ και η αδερφή μου κατευθυνθήκαμε προς το κατάστρωμα, να δούμε τη θέα. Εκεί τραβήξαμε τις περισσότερες φωτογραφίες. Αφού φάγαμε πρωινό, παίξαμε λίγο χαρτιά και υπολογιστή. Στις 1 παρά τέταρτο περίπου, ήρθε κάποιος από το πλήρωμα του πλοίου να μας ειδοποιήσει ότι σε λίγο φτάνουμε. Φτάσαμε. Στο λιμάνι της Ανκώνας είδα πράματα και θάματα, καθώς με παραξένεψε λίγο που όλα ήταν στα ιταλικά. Αφού βρήκαμε ξενοδοχείο (και μάλιστα πολυτελές) γυρίσαμε την πόλη και φωτογραφίσαμε πολλά από τα αξιοθέατα, μερικά και από τον 14ο αιώνα. Φάγαμε σε ένα ιστορικό ιταλικό εστιατόριο μία αλλιώτικη πίτσα και πένες. Αφού είχε βραδιάσει γυρίσαμε στο ξενοδοχείο και κοιμηθήκαμε καλά. Το πρωί, κατά τις 9 η ώρα που ξυπνήσαμε φάγαμε ένα πλήρες πρωινό. Αφού χαζέψαμε λίγο ακόμα την πόλη, ήρθε η ώρα να πάμε στο λιμάνι, στις 3 η ώρα ήμασταν εκεί. Τέσσερις η ώρα έφυγε το πλοίο και όλη μέρα κάναμε βόλτες στο πλοίο και φωτογραφίζαμε τους γλάρους. Πριν κοιμηθούμε έπαιξα λίγο ακόμη fifa. Στις 7 παρά 20 μας ξύπνησε πάλι ένας από το πλήρωμα. Στις 8 φτάσαμε πίσω. Γύρισα με τις καλύτερες εντυπώσεις για τους Ιταλούς.

Πέμπτη, 16 Οκτωβρίου 2008

Κλωτσώντας... τα αγκάθια!

Είπα να φανερώσω την τελευταία μου διαδικτυακή εμμονή,
για να αφήσω το Fifa που ασχολούμαι τόσες μέρες!
Ακούει στο περίεργο όνομα...
ξεblogαρε και είναι ένα σήριαλ που παίζει και στα σχολειά μας.
Το σύστημα δεν κάνει ποτέ μούφες.
Όταν προάγει μια ανοησία, έναν ανόητο, το επιδιώκει.
Όταν δίνει εξουσία σ΄ έναν ---άκα έχει το σκοπό του.

Άλλη μια φορά και τον κακό τους τον καιρό...
στημένα παιχνίδια, με πουλημένους διαιτητές.
Ο μπαμπάς φταίει, που μου είπε να γράψω αλήθειες!
Ήθελα κάτι σοβαρό, αλλά μου βγήκε τόσο αστείο.
Το πέταξα στον κάδο ανακύκλωσης!

Και για να με νιώσετε,
σας παρουσιάζω μερικά από τα πιο γνωστά σήριαλ,
που έχουν ενδιαφέρον.
Μου το είπαν στο σχολείο έναν χρόνο πριν,
αλλά δεν το πρόσεξα,
επειδή σκέφτηκα ότι θα πρόκειται για ακόμα μία επικοινωνιακή μπαρούφα των διοικούντων!

Όταν, όμως πριν μερικούς μήνες, διάβασα την περίληψη του σεναρίου,
στο Internet, μου κίνησε το ενδιαφέρον, ήταν αλήθεια μια πρόκληση! Το Ξεblogαρε!
Κατέβασα πρώτα τους κανόνες και τους έβαλα σένα word.
Οι οποίοι, προς μεγάλη μου απογοήτευση, ήταν απαίσιοι, ανιαροί και δεσμευτικοί.
Κάνε παιχνίδι είπα, μπορείς. «Μπορείς» είπε και μπαμπάς «και όχι κλόπυ πάστ». Παίξε καθαρά.
...
Η κεντρική ιδέα στα γρήγορα: ο πρωταγωνιστής είναι ο Διευθυντής,
ή "dip maker" (τίποτας, ντιπ = τίποτα σε ελεύθερη μετάφραση!),
ο οποίος έχει τη δυνατότητα να φέρνει πίσω στη ζωή ο,τιδήποτε νεκρό,
με ένα του μόνο άγγιγμα!
Κέρσορα τον λένε και όταν πατάς τα πλήκτρα στο πληκτρολόγιο σου,
πετά τα γράμματα με τη σειρά. Και αναβοσβήνει, αναβοσβήνει,
ο αχάριστος αναβοσβήνει συνέχεια, σα να έχει το μαστίγιο και να σου λέει σκέψου,
δούλευε, γράφε, σε καταπιέζει σε διατάζει και συ γράφεις και σκέπτεσαι,
δεν πάω στο Γούγλη να κάνω κανένα κλόπυ πάστ; Μπααα παίξε μπάλα λέω Γιώργο.
Αυτό το ιδιαίτερο ελάττωμά του, όμως, είναι και ευλογία ταυτόχρονα,
καθώς αν περάσει πολύ ώρα,
από τότε που δημιούργησα κάτι,
κάτι άλλο ζωντανό... πρέπει να πεθάνει στη θέση του!

Σαν να μην έφτανε αυτό,
αν ο Διευθυντής αγγίξει ξανά κάτι που έφερε στη ζωή,
τότε θα πεθάνει και πάλι, οριστικά, στην πρώτη διακοπή ρεύματος,
που στο χωριό μας είναι σχεδόν καθημερινό φαινόμενο!

Ο Διευθυντής λοιπόν έχει έναν υπάλληλο,
έναν παραδόπιστο προδότη, που χώνεται παντού!

Μάους, μικι μαους, ποντίκι.
Και οι δυο τους, ζωντανεύουν τα πάντα στην οθόνη, 19άρα η δική μου,
(ας είναι καλά ο μπαμπάκας μου) σε κλάσματα του δευτερολέπτου.
Όσο χρειάζεται για να μας αποκαλύψουν την αλήθεια τους,
ώστε να λύσουν την απορία και να κερδίσουμε γνώση!!!

Όταν, όμως, ο dip maker φέρνει ξανά στη ζωή τις ιδέες μου,
την παιδική μου αγάπη, τότε τα πράγματα περιπλέκονται...
Έχετε φανταστεί ποτέ πώς θα ήταν αν έπρεπε να ζήσετε με τον αγαπημένο σας...
χωρίς να μπορείτε να τον αγγίξετε ποτέ; Μπλογκ χωρίς (μ)πλοκή, οι όροι βλέπετε…
Φαίνεται, λοιπόν, πως το Ξεblogαρε έγινε το καινούργιο μου κόλλημα,
και νόμισα πως θα σαρώσω βραβεία και υποψηφιότητες στο Internet!

Πραγματικά, βλέποντας τους όρους, από το πρώτο κιόλας κλικ,
είχα την αίσθηση ότι βλέπω το Χουακίνα,
κάποιο σίριαλ φθηνό που το παίρνουν τα κανάλια,
από εκείνα όχι του Χόλυγουντ,
αλλά από τα βραζιλιάνικα τα μεταγλωττισμένα,
αυτά για τους αγράμματους μπουμπούνες!
Φευγάτοι, κατινίστικοι σχεδόν, ρόλοι!
Τα σκηνικά, τα κοστούμια, οι πόζες, όλα φέγγουν
σαν να είναι έξω από αυτόν τον κόσμο,
μου φαίνονται και φιλικά ταυτόχρονα!
Ένα τεράστιο γήπεδο με τριαντάφυλλα γεμάτο,
ένας κάτασπρος τάφος, σε απόλυτη ομοιομορφία με φθινοπωρινή ανατολή,
όλο τσατίλα και υπόσχεση.
Ένα χωριουδάκι με καλύβια,
δίπλα στα κόκκινα χαλιά των Δουκάτων και την χλιδή των μουλτιμίντια.
Σαν πίνακας του Γκόγια (σαν μια παλιά ελαιογραφία του Γκόγια που λέει κι ο Καββαδίας).
Εδώ όμως λίγο σφαγμένος με τον Δούκα και την Δούκισσα σφαγμένους
και τα Δουκάκια μόνο σε πρώτο πλάνο να κοιτάζουν σα χαμένα.
Και η γάτα τανάσκελα. Ζήτω.
Μοιάζουν μαγικά. Παντού χρώμα και ψέμα!
Οι εικόνες και η σκηνοθεσία είναι, πράγματι,
απίστευτες και σε μαγεύουν με πλάνα που συνδυάζουν την υπερβολή με το συναίσθημα!
Σαν ένα πετυχημένο συνδυασμό από Πιπερίζου, Φας-Φας και Μπομπ ο μάστορας!
Και, φυσικά, το σουφλέ της σειράς είναι τα... απίστευτα κωμικά πτώματα που ζωντανεύουν,
για ένα μόνο λεπτό, κάτω από το μαγικό άγγιγμα του Προδότη.
Ένας τύπος μπ3 να παίζει συνέχεια ενοχλητικά...
Κλείνω τα ηχεία στο τέλος.

Σημάδια από πέταλα αλόγου στο κορμί της,
μία γυναίκα βρεγμένη από τη βροχή που δεν μιλά,
μπλοκερς ποδοπατημένοι από «άλογα κούρσας»
με τα σημάδια από τα πέταλα, στα μούτρα
και πολλοί, ακόμα, άφωνοι παρατηρητές, φοβισμένοι χαζεύουν
που δίνουν ακόμα πιο εξωφρενικό τόνο στο ροζ, αυτό, δράμα!
Στη συνέχεια η διαφήμιση, το κλου του σίριαλ,
και η πιο αγαπημένη μου σκηνή έως τώρα,
που θυμίζει κάτι από τον παιδικό σταθμό,
κάτι από μπουζούκια ίσως.
Τελετή βράβευσης. Μετά από την ημερομηνία λήξης υποβολής των συμμετοχών (blogs),
η Επιτροπή Αξιολόγησης θα επιλέξει τις 6 καλύτερες συμμετοχές για να τις βραβεύσει. Σε άγνωστο μέρος.